Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011


Ἡ ἀνάστασις τοῦ Λαζάρου.
(Ἰωάννη κὲφ ἴα΄στ.1-44)

Ἢν    δὲ   τὶς   ἀσθενῶν Λάζαρος ἀπὸ Βηθανιας, ἐκ τῆς κώμης Μαρίας καὶ Μάρθας τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς.
[ τ  δ  κάποιος   σθενής,   πο   λεγετο  Λάζαρος  κα κατήγετο π τν Βηθανίαν, π τ χωρίον Μαρίας κα τς Μάρθας τς δελφς της.]   

  ἢν δὲ Μαρία ἢ ἄλειψασα τὸν Κύριον μύρο καὶ ἐκμάξασα   τοὺς   πόδας   αὐτοῦ τοῖς θριξιν αὐτῆς, ἢς ὃ ἀδελφὸς Λάζαρος ἤσθενει.
[ Μαρία δ το κείνη, πο λίγον πρ το θανάτου το λειψε τν Κύριον μ μύρον κα σφογγισέ τους πόδας του μ τ μαλλιά της. Τς Μαρίας ατς δελφς Λάζαρος το ρρωστος.]


  πέστειλαν ον α' δελφαι πρς ατν λέγουσαι·  Κύριε, δ ν φιλεις σθενει.
[Έστειλαν λοιπόν προς αυτόν αί δύο αδελφοί ανθρώπους έξεπίτηδες να τον ειδοποιήσουν και του είπαν Κύριε, να, αυτός, πού τόσον πολύ αγαπάς, είναι άρρωστος.]
  κουσας δ ησους επεν ατη σθένεια οκ στ πρς θάνατον, λλ' πρ τς δόξης
το Θεο, να δξασθ υἱὸς το Θεο δ' ατς.
[Ὅταν ὅμως ἤκουσε τοΰτο ὃ Ἴησοϋς εἶπεν· Αὐτὴ ἢ ἀσθένεια δὲν θὰ κατάληξη εἰς ἀνεπανόρθωτον θάνατον, ἀλλὰ συνέβη διὰ νὰ ἔκλαμψη ἢ δόξα καὶ ἢ δύναμις τοῦ Θεοῦ· συνέβη δηλαδὴ διὰ νὰ δοξασθῆ διὰ τῆς ἀσθενείας αὐτῆς ὃ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, διότι θὰ δοθῆ εὐκαιρία νὰ δείξη τὴν ὑπερφυσικὴν δύναμίν του καὶ νὰ ἐπιβεβαίωση περιτράνως τὴν θείαν φύσιν καὶ ἀποστολήν του.]

ἤγαπα δὲ ὃ Ἴησους τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἄδελφην αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον.
[Ἤγαπα δὲ ὃ Ἴησους τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἄδελφήν της καὶ τὸν Λάζαρον. Καὶ ἐὰν δὲν ἀνεχώρησεν ἀμέσως πρὸς ἐπίσκεψιν καϊ θεραπείαν τοῦ Λαζάρου, δὲν ἔπραξε τοῦτο ἐξ ἀδιαφορίας, ἄλλα διότι ἀπέβλεπεν εἰς τὴν φανέρωσιν τῆς δόξης καὶ δυνάμεως τοῦ Θεοῦ.]

ὡς οὒν ἠκουσεν ὅτι ἀσθένει, τροτε μὲν ἐμεινεν ἐν ὢ ἢν τοπω δύο ἡμέρας,
[Οταν λοιπόν ακουσεν ότι ό Λάζαρος ασθενεί,τότε μεν, που ολοι ηξευραν την αγαπην του προς αυτόν θα επεριμεναν  να αναχώρηση αμεσως, παρέμεινεν επί δύο ακόμη ημέρας εις τον τοπον , οπου ευρισκετο.]

  ἔπειτα μετὰ τοῦτο λέγει τοῖς μαθηταις,ἄγωμεν εἰς τὴν Ἰουδαίαν πάλιν.
[Ἔπειτα δέ, ἀφοῦ ἐπέρασαν αἳ δύο ἥμεροι, εἶπεν εἰς τοὺς μαθητᾶς· "Ἂς ὑπάγωμεν πάλιν εἰς τὴν Ἰουδαίαν.]


λέγουσιν αὔτω οἱ μαθηταί· βαββί, νῦν ἔζητουν σὲ λιθᾶσαι οἳ Ἰουδαῖοι,  καὶ πάλιν ὑπάγεις ἐκεῖ;
['Αλλά τότε οί μαθηταί, οί όποιοι είχον φοβηθή από την άντίδρασιν, πού συνήντησεν ό Ίησους εις τα Ιεροσόλυμα, του εί­παν Διδάσκαλε, προ ολίγου έζήτουν οί Ιουδαίοι να σε λιθο­βολήσουν και πάλιν πηγαίνεις έκει;]

ἀπεκριθη Ἰησοῦς ΄οὐχὶ δώδεκα εἰσιν ὡραι τῆς ἡμέρας; ἐὰν τὶς περιπατῆ ἐν τὴ ἥμερα, οὐ προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει΄
[Ἀπεκριθη ὁ Ἰησοῦς ΄Δὲν εἶναι δώδεκα αἳ ὡραι τῆς ἡμέρας; Ἐὰν κανεὶς περιπατῆ κατὰ τὴν δεαρκειαν τῆς ἡμέρας, δὲν σκοντάπτει, ἀλλὰ βαδίζει ἀσφαλῶς, διότι βλέπει τὸν ἥλιο, ὁ ὁποῖος φωτίζει τὸν κόσμον τοῦτον τὸν ὑλικόν. Οὕτω καὶ ἔγω ἐπακριβῶς ὠρισμενον ἀπὸ τὸν Πάτερά μου τὸν χρόνον τῆς ἐπὶ γὴς ἀποστολῆς μου. Καὶ οἱ Ἰουδαῖοι δὲν δύνανται νὰ μοῦ ἀφαιρέσουν οὔτε δευτερολεπτὸν ἐκ τοῦ χρόνου τούτου. Δὲν διατρέχω λοιπὸν κανένα κίνδυνον ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ἐφ’ ὅσον ἀκολουθῶ τὸν δρόμον , ὁ ὁποῖος φωτίζεται ἀπὸ τὸ θελημα τοῦ Πατρός μου, ἀλλὰ καὶ σεῖς, ἐφόσον μὲ ἀκολουθεῖτε δὲν διατρέχετε μαζί μου κανένα κίνδυνον, διότι ἔγω ὡς ἥλιος τῆς δικαιοσύνης θὰ φωτίζω τὸν δρόμον σας καὶ θὰ ἀσφαλίζω τὴν πορείαν σας.]

ἐὰν δὲ τὶς περιπατῆ ἐν τὴ νυκτί, προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς οὐκ ἐστιν ἐν αὔτω.
[Ἐὰν ὅμως κανεὶς περιπατῆ κατὰ τὴν νύκτα, σκοντάπτει, διότι τὸ φῶς δὲν ὑπάρχει εἷς αὐτὸν διὰ νὰ τὸν φωτίζη. Οὕτω καὶ ἐκεῖνοι, οἳ ὅποιοι δὲν θὰ μείνουν εἷς τὸ φῶς τοῦ Υἵου τοῦ Θεοῦ, θὰ σκοντάψουν καὶ θὰ πέσουν.]

ταῦτα εἶπε, καὶ μετὰ τοῦτο λέγει αὔτοις· Λάζαρος ὃ φίλος ἠμῶν κεκοίμηται·  ἀλλὰ  πορεύομαι  ἴνα ἔξυπνισω αὐτόν.
[Ταῦτα εἶπεν ὃ Ἴησους, καὶ ὕστερον ἀπὸ ὀλίγον λέγει εἷς αὐτοὺς΄ Ὃ φίλος μας Λάζαρος ἔχει κοιμηθῆ. 'Ἀλλὰ πηγαίνω διὰ νὰ τὸν ἔξυπνησω].

  ερηκει δ ησους περ το θανάτου ατο· κενοι δ δοξαν τι περ τς κοιμήσεως το πνου λέγει.
[Ὃ Ἴησους ὅμως εἰχεν εἰπεῖ διὰ τὸν θάνατον τοῦ Λαζάρου΄ἐκεῖνοι δὲ ἐνόμισαν, ὅτι λέγει διὰ τὴν ἀποκοίμησιν τοῦ ὕπνου.]

τότε οὒν εἶπεν αὔτοις ὃ Ἴησους  παρρησία·  Λάζαρος ἀπέθανε,
[Τότε λοιπὸν τοὺς εἶπεν ὃ Ἴησους καθαρὰ΄ Ὃ Λάζαρος ἀπέθανε,]

και χαίρω δι' υμάς, ίνα πιστεύσητε, οτι ουκ ήμην έ­κει· άλλ' άγωμεν προς αυ­τόν.
[και χαίρω δια σας, δια να στηριχθήτε περισσότερον είς την πίστιν. Χαίρω, διότι δεν ήμουν έκει, οπότε θα τον έθεράπευον προτου άποθάνη και δεν θά έγίνετο το θαυμα της αναστάσεως του, πού θα σας στήριξη είς την
πίστιν. Άλλ' ας ύπάγωμεν είς αυτόν]

εἶπεν οὒν θωμὰς ὁ λεγόμενος Δίδυμος τοῖς συμμαθηταις΄ἀγωμεν καὶ ἠμεις ἴνα ἀποθανωμεν μετ’ αὐτοῦ.
[Κατόπιν λοιπὸν τῆς προτροπῆς αὐτῆς τοῦ Κύριου, ὅπως ἀναχωρήσουν διὰ τὴν Βηθανιαν, εἶπεν εἰς τοὺς συμμαθητας τοῦ ὁ Θωμάς, τὸν ὁποῖον, ἐκεῖνοι ποὺ ὠμιλουν τὴν ἑλληνικὴν καὶ μετεφραζον τὸ ὄνομα τοὺς εἰς τὴν γλώσσαν αὐτῶν, τὸν ἔλεγαν Δίδυμον΄ἀφοῦ θέλει νὰ ἐπίστεψη εἰς τὸ μέρος , ὀπουοι ἐχθροί του ζητοῦν νὰ τὸ φονεύσουν, ἂς ὑπαγωμεν καὶ ἠμεις ἐκεῖ διὰ νὰ ἀποθανωμεν μαζί του.]

Ἔλθων οὒν ὃ Ἴησους εὐρεν αὐτὸν τεσσάρας ἡμέρας ἤδη ἔχοντα ἐν τῷ μνημεῖο.
[Ὅταν λοιπὸν ἠλθεν εἰς τὴν Βηθανιαν ὁ Ἰησαους, εὑρὲ πλέον πεθαμένον τὸν Λάζαρον καὶ νὰ ἔχη τεσσάρας ἥμερα μέσα εἰς τὸν τάφον]

  ἢν δὲ ἢ Βηθανία ἐγγὺς τῶν Ἱεροσολύμων ὡς ἀπὸ σταδίων δεκαπέντε,
[Ἠτο δὲ ἢ Βηθανία πλησίον τῶν Ἱεροσολύμων εἰς ἀπόστασιν περίπου δεκαπέντε παλαιῶν σταδίων, ἤτοι ὄλιγωτερον ἀπὸ τρία στάδια σημερινά.]
καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν Ἰουδαίων   ἔληλυθεισαν   πρὸς τὰς περὶ Μάρθαν καὶ Μαρίαν ἴνα  παραμυθήσωνται αὔτας περὶ τοῦ ἄδελφου αὐτῶν.
[Καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἐχθρευόμενους τὸν Ἴησουν Ἰουδαίους εἰχον ἔλθει πρὸς τὰς συντροφευμένος καὶ ἀπὸ δλλοὺς Μάρθαν καὶ Μαρίαν, διὰ νὰ παρηγορήσουν αὔτας διὰ τὸν ἄδελφόν τους.]

ἢ σὺν Μάρθα ὡς ἤκουσεν ὅτι ὁ Ἴησους ἔρχεται, ἀπήντησεν αὐτῶ· Μαρία δὲ ἐν τῷ οἴκω ἔκαθεζετο.
[Ἢ Μάρθα λοιπὸν εὐθὺς δτᾶν ἤκουσεν, δτὶ ὃ Ἴησους ἦλθεν, ἔτρεξε καὶ τὸν προϋπάντησεν ἔξω ἀπὸ τὸ χωρίον. Ἢ Μαρία δὲ ἐν τῷ μεταξὺ ἔκαθητο εἷς τὸ σπίτι.]

είπεν ούν ή Μάρθα προς τον Ίησουν Κύριε, ει ης ώ­δε, ό αδελφός μου ουκ αν έτεθνήκει.
[Ὅταν λοιπὸν ἢ Μάρθα συνήντησε τὸν Ἴησουν, εἶπε πρὸς αὐτόν· Κύριε, ἐὰν ἤσουν ἐδῶ, δὲν θὰ εἶχεν ἀποθάνει ὃ ἀδελφός μου.]

  ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἴτηση τὸν Θεόν, δώσει σοὶ ὃ Θεός.
[Ἄλλα καὶ τώρα, ποῦ ὃ ἀδελφός μου εἶναι πεθαμένος, γνωρίζω, ὅτι ὅσα καί ἂν ζήτησης ἀπὸ τὸν Θεόν, θὰ σοὺ τὰ δώση ὃ Θεός.]

λέγει αύτη ό Ίησους· άναστήσεται ό αδελφός σου.
[Λέγει προς αυτήν ό Ίησους· θα άναστηθή ό αδελφός σου.]

  λέγει αὔτω Μάρθα· οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τὴ ἀναστάσει ἐν τὴ ἐσχάτη ἥμερα.
  [Εἶπε τότε πρὸς αὐτὸν ἢ Μάρθα· Γνωρίζω, δτὶ ὃ ἀδελφός μου θὰ ἀναστηθῆ κατὰ τὴν ἀνάστασιν, ποῦ θὰ γίνη εἷς τὴν πιὸ τελευταίαν καὶ ἔσχατην ἥμεράν του πρόσκαιρου αὐτοῦ αἰῶνος, ὑστέρα ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπακολούθηση ὃ μέλλων ἔνδοξος καὶ ἀτελείωτος αἰών.]

εἶπεν αὐτὴ ὁ Ἰησοῦς ΄ἔγω εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή.
[Εἶπεν εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς΄ Ἔγω εἶμαι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ἔχω τὴν δύναμιν νὰ ἀνασταίνω , διότι εἶμαι ἔγω ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς.]
ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καν ἀποθάνη, ζησεται΄καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνη εἰς τὸν αἰώνα, πιστεύεις τοῦτο;
[Ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει εἰς ἐμέ, καὶ ἂν ἀποθάνη σωματικως, ὅπως ἀπεθανεν ὁ ἀδελφός σου, θὰ ζήση, διότι ἐκτός της οὐράνιας καὶ πνευματικῆς ζωῆς, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τώρα θὰ μεταδώσω εἰς τὴν ψυχήν του, ἐν καιρω θὰ ἀναστηθῆ οὗτος ἀποπ ἐμέ, θὰ ἀντιμετώπιση γεμάτος ἀφοβίαν τὸν πρόσκαιρον θάνατον, τὸν ὁποῖον οἱ μακρὰν ἐμοῦ ἄνθρωποι τρέμουν καὶ φοβοῦνται, ἐπειδὴ δὲ θὰ μένη πάντοτε ἑνωμένος μὲ τὸν Θεόν, δὲν θὰ δοκιμάση πότε πνευματικὸν θάνατον, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ πραγματικὸς καὶ ἀνεπανόρθωτος θάνατος. Τὸ πιστεύεις αὐτό;]

λέγει αὐτω΄ναί, Κύριε, ἔγω πεπιστευκα ὅτι σὺ εἰ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος.
[Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ Μάρθα΄ Ναί, Κύριε΄ἔγω ἔχω πρὸ πολλοῦ πιστεύσει, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος σύμφωνα πρὸς τὰς θείας ὑποσχέσεις καὶ προφητείας ἐπρόκειτο νὰ ἔλθη εἰς τὸν κόσμον. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, πιστεύω καὶ εἰς ὅσα κατατὴν στιγμὴν αὐτὴν λέγεις καὶ διακηρύττεις διὰ τὸν ἑαυτόν σου.]

καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθε καὶ ἔφωνησε Μαρίαν τὴν ἄδελφην αὐτῆς λάθρα εἰποῦσα · ὁ διδάσκαλος παρεστι καὶ φωνει σέ.
[Καὶ ἀφοῦ εἶπε ταῦτα ἔφυγε καὶ ἐφώναξε τὴν ἄδελφήν της Μαρίαν, εἷς τὴν ὁποίαν εἶπε κρυφά· Ὃ Διδάσκαλος εἶναι ἐδῶ καὶ σὲ φωνάζει.]

ἐκείνη ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχὺ καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτόν.
[κείνη μέσως, καθς κουσε τοτο, σηκώνεται γρήγορα κα ρχεται πρς συνάντησιν ατο].

οὔπω δὲ ἔληλυθει ὃ Ἴησους εἷς τὴν κώμην, ἀλλ' ἢν ἐν τῷ τόπω ὁπού ὑπήντησεν αὔτω ἢ Μάρθα.
[Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ὃ Ἴησους δὲν εἶχεν ἔλθει ἀκόμη μέσα εἷς τὸ χωρίον, ἂλλ' ἠτο εἷς τὸ μέρος, δποὺ τὸν εἰχεν ὑποδεχθῆ ἢ Μάρθα, ἐπιθυμῶν, ἴνα μόνος μετὰ τῶν μαθητῶν του καὶ τῶν δύο ἀδελφῶν του Λαζάρου ἐπισκεφθῆ τὸν τάφον αὐτοῦ.]

οἳ οὒν Ἰουδαῖοι οἳ ὄντες μετ' αὐτῆς ἐν τὴ οἰκία καὶ παραμυθούμενοι   αὐτήν,  ἰδόντες τὴν Μαρίαν ὅτι ταχέως ἀνέστη καὶ ἔξηλθεν, ἤκολουθησαν αὔτη, λέγοντες ὅτι ὑπάγει εἷς τὸ μνημεῖον ἴνα κλαύση ἐκεῖ.
[  Οἳ Ἰουδαῖοι λοιπόν, ποῦ ἤσαν μαζὶ μὲ τὴν Μαρίαν εἷς τὸ σπίτι καὶ τὴν παρηγοροῦσαν, ὅταν εἶδαν τὴν Μαρίαν, δτὶ ἔσηκωθη γρήγορα καὶ ἔβγηκεν ἀπὸ τὸ σπίτι μὲ κατεύθυνσιν, ποῦ θὰ τὴν ἐφερεν ἔξω ἀπὸ τὸ χωρίον, τὴν ἤκολουθησαν λέγοντες, ὅτι πηγαίνει εἷς τὸ μνημεῖον διὰ νὰ κλαύση ἐκεῖ.]

ἢ οὒν Μαρία ὡς ἦλθεν ὁπού ἢν ὃ Ἴησους, ἴδουσα αὐτὸν ἐπεσεν αὐτοῦ εἷς τους πόδας λέγουσα αὔτω· Κύριε, εἰ ἢς ὧδε, οὐκ ἂν ἀπέθανέ μου ὃ ἀδελφός.
[Ὅταν λοιπὸν ἢ Μαρία ἦλθεν ἐκεῖ, ποῦ ἦτο ὃ Ἰησοῦς, μόλις τὸν εἶδεν, ἐπεσεν εἷς τὰ πόδια του καὶ τοῦ εἶπε· Κύριε, ἐὰν ἤσουν ἐδῶ, δὲν θὰ μοῦ ἐπέθαινεν ὃ ἀγαπημένος ἀδελφός, διότι θὰ τὸν ἐθεράπευες.]

Ἰησοῦς οὒν ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τοὺς συνελθοντας αὐτὴ Ἰουδαίους κλαίοντας, ἐνεβριμησατο τῷ πνευματι καὶ ἐταραξεν ἑαυτόν,
[Ὁ Ἰησοῦς λοιπὸν , ὅταν εἶδεν αὐτὴν νὰ κλαίη καθὼς καὶ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν μαζί της, νὰ κλαίουν καὶ αὐτοί, ἐπέπληξε τὸ ἐσωτερικόν της ψυχῆς τοῦ συγκρατῶν τὴν συγκίνησίν του καὶ ἀντεδρασεν ἐντόνως ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ του.]

καὶ εἶπε- ποῦ τεθείκατε αὐτόν;
 [ Καὶ μὲ φωνὴ ν ἤρεμον καὶ μὴ διακοπτομένην ἀπὸ λυγμοὺς εἶπε· Ποῦ τὸν ἔχετε βάλει;]

λέγουσιν αὔτω· Κύριε, ἔρχου καὶ ἰδέ. ἔδακρυσεν ὃ Ἴησους.
[Είπαν οί παριστάμενοι είς αυτόν· Κύριε, έλα να ίδής. Κα­θώς δε έπήγαινε είς τον τάφον, εκ συμπαθείας προς την θλιψιν των δύο αδελφών, έδάκρυσεν ό Ιησούς.]

ἐλεγον οὒν οἳ Ἰουδαῖοι· ἰδὲ πῶς ἔφιλει αὐτὸν
[Ὅταν λοιπὸν οἳ Ἰουδαῖοι τὸν εἶδαν νὰ δακρύη ἐλεγον· Κύτταξε πόσον τὸν ἀγαποῦσε!]

τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον· οὐκ ἤδυνατο οὗτος, ὃ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ, ποιῆσαι ἴνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνη;
[Μερικοὶ ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς ἔλαβαν ἀφορμὴ ν νὰ ἐκδηλώσουν τὴν δυσμένειαν τῶν καὶ εἶπον· Δὲν εἶχε τὴν δύναμιν αὐτός, ποῦ ἤνοιξε τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, νὰ κάμη ἐγκαίρω ς ὅ,τι ἔχρειαζετο, ὥστε καὶ αὐτὸς νὰ μὴ ἀποθάνη;]

Ἰησοῦς οὔν, πάλιν ἐμβριμωμενος ἐν ἐαυτω, ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον΄ἢν δὲ σπήλαιον, καὶ λίθος ἐπεκειτο ἐπ’ αὐτω.
[Ό Ίησους λοιπόν, ένω πάλιν έπέπληττε μέσα του την συγ­κίνησίν, του δια να συγκράτηση  αυτήν, ήλθεν είς το μνη­μειον. Ητο δε το μνημειον σπήλαιον άνοιγμένον είς βράχον καί λίθος βαρύς είχε τεθή είς το στόμιόν του.]

 λέγει ὃ Ἴησους· ἄρατε τὸν λίθον. λέγει αὔτω ἢ ἀδελφή    του   τεθνηκότος Μάρθα· Κύριε,  ἤδη  ὄζει ΄τεταρταῖος γάρ ἐστι.
[Εἶπε τότε ὃ Ἴησους· Σηκώσατε τὸν λίθον. Λέγει εἷς αὐτὸν ἢ ἀδελφή του ἀποθαμένου, ἢ Μάρθα· Κύριε, βρωμὰ πλέον  διότι, εἶναι τεσσάρων ἥμερων νεκρός.]

λέγει αὔτη ὃ  Ἴησους· οὐκ εἶπαν σοὶ ὅτι ἐὰν πῖ-στεύσης,  ὄψει  τὴν  δόξαν τοῦ Θεοῦ;
[Λέγει εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς΄Δὲν σοὺ εἶπα , ὅτι ἐὰν πιστεύσης, θὰ ἴδης διὰ τῆς ἀναστάσεως τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἡ ὁποία θὰ εἶναι σύμβολον καὶ προμήνυμα τῆς κοινῆς ἀναστάσεως πάντων τῶν ἀνθρώπων, τὸν ἐωδοξον θρίαμβον τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ κατὰ τοῦ θανάτου;]

ἦραν οὒν τὸν λίθον οὐ ἢν ὃ τεθνηκῶς κείμενος, ὃ δὲ Ἴησους  ἦρε  τοὺς  ὀφθαλμοὺς ἄνω καὶ εἶπε· πάτερ, εὐχαριστῶ σοὶ ὅτι ἤκουσάς μου.
[Κατόπιν λοιπὸν ἀπὸ τὴν παρατήρησιν αὐτὴν τοῦ Κυρίου ἐσήκωσαν τὸν λίθον ἀπὸ τὸ στόμιον τοῦ σπηλαίου, δποῦ εὔρισκετο ὃ πεθαμένος. Ὃ Ἰησοῦς δὲ ὕψωσε τότε τοὺς ὀφθαλμούς του πρὸς τὸν οὔρανον καὶ εἶπε· Πάτερ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ συντελεσθῆ   ἀμέσως  τὸ   θαῦμα   καὶ   σὲ    εὐχαριστῶ, διότι μὲ ἤκουσες.]

ἐγὼ δὲ ἤδειν ὅτι πάντοτέ μου ἄκουεις- ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστώτα εἶπον, ἴνα πιστεύσωσιν ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας.
[Ἐγὼ δὲ ἔγνωριζον, ὅτι πάντοτε μὲ ἄκουεις· ἀλλὰ ἐΐπον μεγαλοφώνως τὸ Εὐχαριστῶ, διὰ νὰ ἄκουση ὃ λαός, ποῦ στέκεται γύρω μου, καὶ ἔτσι βλέποντες πόση ν πεποίθησιν ἔχω ἐκ προτέρου ὅτι θὰ εἰσακουσθῶ, πιστεύσουν, δτᾶν θὰ ἐπακολούθηση τὸ θαῦμα, ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας.]

  κα τατα επν φων μεγάλη κραυγασε· Λάζαρε, δευρο ξω.
[Καὶ ἀφοῦ εἶπε ταῦτα, δεικνύων τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν του καὶ ἒπ' αὐτοῦ του θανάτου, ἐφώναξε μὲ φωνὴ ν μεγάλη ν · Λάζαρε, ἔβγα ἔξω.]
κα ξηλθεν τεθνηκς δεδεμένος τος πόδας κα τς χείρας κειρίαις, κα ψις ατο σουδαρίο περιεδέδετο. λέγει ατοις ησους· λύσατε ατν κα φετε πάγειν.
[Και έβγήκεν από το μνημειον ό άποθαμένος με δεμένους δι' επιδέσμων τους πόδας και τάς χείρας του, και το πρόσωπον του είχε τριγύρω δεθή και σκεπασθή με φακιόλιον. Είπε δε τό­τε ό Ίησους είς εκείνους, πού παρευρίσκοντο έκει· Λύσατε τον και αφήσατε τον μόνον και χωρίς βοηθόν να ύπάγη είς το σπίτι του.]

πηγη:    Καιν Διαθήκη μετ σύντομου ρμηνείας  πΠ.Ν.Τρεμπελα.
 κδοσις δελφότης θεολογν  Σωτήρ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου