Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΜΑΡΙΝΑΣ

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΜΑΡΙΝΑΣ




Γέννηση κα καταγωγ
Η ΜΑΡΙΝΑ μάρτυρα το ησο Χριστο Καλλιπάρθενος, καταγόταν π τν ντιόχεια τς Πισιδίας, τν καιρ κενο πο ρχοντας ταν Διοκληπανς Κλαύδιος Καίσαρας τ τος 270 μ.χ.Ο γονες τς γίας ταν π τος πλουσίους κα ξακουστος κείνου το καιρο.

πατέρας τς γίας ταν ερέας τν εδώλων κα εχε πίσημη θέση στν εδωλολατρικ θρησκεία. Τ νομα το ταν Αδέσιος. ταν γεννήθηκε γία μετ π λίγες μέρες πέθανε μητέρα της κα τσι μεινε ρφανή. Τότε πατέρας τς γίας βρκε μία λλη γυναίκα λίγο πι μακρι κα τν δωσε γι ν τν θηλάσει κα ν τν ναθρέψει τος βρεφικος μνες.

Πς γινε Χριστιαν
Σιγ σιγ κατηχήθηκε στν πίστη το Χριστο. Τ χριστιανικ περιβάλλον τς εχε διδάξει τν πίστη κα τν γάπη στν Χριστό, τσι ποφάσισε ν φύγει μακρι π τν εδωλολάτρη πατέρα της. ταν κουσε γι τν πέροχη διδασκαλία το Ναζωραίου κα τν μεγάλη θυσία Του, καρδι τς σκλαβώθηκε ριστικά, γιατί στ μέρος ατ ταν Χριστιανο κα μιλοσαν γι τν Χριστ κα τν γία Τριάδα. ταν ρχισε ν μεγαλώνει ν μιλάει κα ν καταλαβαίνει, παρακολουθοσε μ μεγάλο ζλο τς μιλίες τν Χριστιανν. Σοφ κα συνετ πως ταν στν παιδικ λικία ρχισε ν νησυχε κα ν ρωτ γι τν Χριστ κα τν για Πίστη τν Χριστιανν.
πειτα μαθε γι τος γνες το Χριστιανισμο, γι τ αμα, πο πότιζε καθημεριν τ δένδρο τς γάπης το Σωτρος κα καρδι τς δενόταν μ τν Χριστιανοσύνη κα τος γνες της.
ρες λόκληρες μενε τς νύχτες υπνη. ντ γι πνο κα νάπαυση, σκεπτότανε: φερνε στ νο τς σα κουγε, γι τος γενναίους Μάρτυρες το Χριστο. Σκεφτότανε τ μεγαλεο της θυσίας τους. λλες φορς πάλι προσευχότανε μέχρι τ βαθει μεσάνυχτα. μνοσε τν Θε γι τν μορφι τς Δημιουργίας.
Τν δοξολογοσε γι τ τόσα ραα, πο βλεπαν καθημεριν τ μάτια της. Τν παρακαλοσε ν τν φυλάξει π τν μαρτία το κόσμου, ν διατηρήσει τν γνότητά της κα ν τν πάρει στν Βασιλεία Του.

πόθος το μαρτυρίου
Κι σο μεγάλωνε στ σμα Μαρίνα, τόσο πι δυνατ γινότανε στν ψυχή. νος τς ταν λοκάθαρος, δολη καρδιά της κι γν ψυχή της. Πρόσεχε τν γνότητά της. Πρόσεχε ν μ μολύνει τν ψυχή της. πίστη της, κάθε μέρα πο κύλαγε, γινότανε πι ζωντανή. Κα σ λίγο γία, ν ταν δεκατριν - δεκατεσσάρων χρονν, ρχισε ν μιλάει φανερ πλέον κα χωρς φόβο πρ τς Χριστιανικς πίστης κα πρ τν Μαρτύρων της.
Δν παρέλειπε δ ποτ ν περηφανεύεται γι τν πίστη της.
Τ λεγε φοβα σ κάθε εκαιρία. Διαλαλοσε μ χαρά, τι πιστεύει στν Χριστ κα τι εναι Χριστιανή. Στν προσευχ τς παρακαλοσε τν Θε ν τν ξιώσει κι ατ μία μέρα ν γωνισθε κα ν μαρτυρήσει γι τν γάπη
Το. Κα τοτο γιατί γνώριζε, τι τ μαρτύριο εναι τ μεγαλύτερο παράσημο κα βραβεο, πο δίνει Χριστς σ σους Τν γαπον.
πατέρας τς Αδέσιος, μαθαίνει τι γινε Χριστιαν κόρη του κα γίνεται ξω φρενν. Ψάχνει ν βρε τος κατηχητές της. Θέλει ν μάθει ποιο καναν τν κόρη το Χριστιανή, λλ δν τ κατορθώνει. πειτα γεμάτος κνευρισμ κι πειλές, λέει στν κόρη του ν θυσιάσει στ εδωλα κα ν πιστέψει σ' ατά. Τν πιέζει ν' ρνηθε τν Χριστ κα ντ' Ατο ν κολουθήσει τν πίστη τν εδώλων, τς ποίας, ταν ατς ερέας.
κείνη μως μύνεται μ πεσμα. Παρατηρε κα λέγχει τν πατέρα της. Το λέει τι πίσω π τ εδωλα κρύβεται Σατανς κα χι Θες ληθινς κα τι ατς πηρετε ψεύτικη θρησκεία κα καταπατάει τν λήθεια. Το λέει κόμη, τι νοιώθει ετυχισμένη στν πίστη το Χριστο κα τι εναι σίγουρη, τι ζε κοντ στν πηγ τς ληθινς ζως. λλά, πο ν καταλάβει ατ πατέρας της.
Θηρίο νήμερο γίνεται. προσβολ γι' ατν εναι μεγάλη. Τί ν πε στν λαό; Τί ν πε στος εδωλολάτρες, ταν κενοι θ τν ρωτον: γιατί γινε κόρη σου Χριστιανή;
Γι τ «γώ του» τότε Αδέσιος βρίσκει μία μέση λύση: Διατυμπανίζει σπλαχνα, τι ποκληρώνει τν κόρη του. Διαδίδει παντο, τι οτε θέλει ν τν δε, οτε θέλει ν' κούσει πλέον γι' ατήν. λα ατ μως δν στενοχωρον τν νεαρ Μαρίνα. Δν λέει: - Πς θ ζήσω γ τώρα, πο μ κάνει ποπαίδι πατέρας μου; κείνη δν χρειάζεται τν στοργ το εδωλολάτρη ερέα. χει πλούσια τν γάπη το Οράνιου Πατέρα
Κα ν σκεφθε κανείς, τι τότε Μαρίνα ταν μόνο δεκαπέντε χρονν! Τί πίστη κα τί γάπη ταν κείνη, πο εχε πρς τν Χριστό!!
Κα σν ν μ φθανε ατό, λλος πειρασμς σ λίγο παρουσιάσθηκε μεγαλύτερος.

σύλληψη τς γίας κα μολογία της
Στ μέρη τς νατολς τότε ταν παρχος νας νθρωπος πολ κακς στν ψυχή. καρδι το ταν μοια μ τ αμοβόρα κα σαρκοβόρα θηρία κα τ νομα το ταν λύβριος. Ατς ρχόταν π τ μέρη τς σίας κα πήγαινε στν ντιόχεια Στν λικία τν δεκαπέντε χρονν πρς τ δεκαέξι, Μαρίνα ταν μία ραία κόρη. καλωσύνη της κα μορφι τς ταν παντο νομαστές. μορφι τς ταν διπλή. Εχε τν χάρη το σώματος, λλ πι πολ τν στόλιζε ψυχική της ραιότητα.
Κα ατ τ κάλλος της, ατ πέροχη μορφι τς τράβηξε κάποια μέρα τν προσοχ το γριου, φθονερο κα θηριόψυχου ρχοντα τς νατολς λύβριου. Τν συνάντησε τυχαία στν δρόμο του κα βάρβαρη, λάγνη κα πρωτόγονη καρδι το νοίωσε μαρτωλ πιθυμία, γι τν ραία νέα. γριος, μαρτωλς κα κεραυνοβόλος ρωτας κυρίεψε τν ψυχή του.
μορφι τς Χριστιανς τν εχε ναστατώσει. Θέλει ν τν κάνει δική του. Διατάζει τος στρατιτες του ν τν φέρουν κοντά του. Ο στρατιτες πιάνουν μέσως τν ραία Μαρίνα κα τν δηγον στν ρχηγό τους.
ταν φθασε μπροστ στν λύβριο, κενος τν κοιτάζει σν μαρο σατανικ γεράκι, λλ τν ρωτάει μ προσποιητικ καλωσύνη:
- Πές μου, κόρη μου, πς λέγεσαι κα σ ποιν Θε πιστεύεις;
- Μ λένε Μαρίνα, κι εχομαι λόψυχα ν γίνω ταπειν δούλη το ησο Χριστο, το Θεο τν Χριστιανν, πάντησε μ θάρρος νέα. λοι τν κοιτάξανε μ πορία κα θαυμασμό. τόλμη, μορφιά της κα εκολία ν δίνει εστοχες παντήσεις, φησαν μ' νοιχτ στόμα τν εδωλολάτρη παρχο.
Τν λλη μέρα τανε μεγάλο πανηγύρι στ μέρος κενο.

Προσπάθεια μεταπείσεως τς γίας
λος κόσμος πήγαινε κε κα θυσίαζε στ εδωλα. Τότε λύβριος διέταξε ν βγάλουν τν νεαρ Χριστιαν π τν φυλακ κα ν τν φέρουν κοντά του. Ο φρουρο χωρς ργοπορία, τν φέρανε δεμένη μπροστά του, σν ν ταν κακούργα παρχος τότε ρχισε ν τς φέρεται μ ψεύτικη εγένεια. Διέταξε ν τν λύσουν κα ν τς φέρουν κάθισμα. Μετ ρχισε τς πειλές, τν φοβέριζε τι θ τς κάνει πολλ μαρτύρια κα ταλαιπωρίες, ν δν προσκυνίσει στ εδωλα.
γ ν θυσιάσω στ εδωλα; Ποτέ! ρχοντα, στ επα π τν ρχή. Μία εναι ετυχία μου: Ν γίνω δούλη το Χριστο. Τίποτε λλο! Σ' ατν πάρχει πραγματικ ετυχία Δν λλάζω τν πίστη μου! Στν Χριστ βρίσκεται φθαρτος πλοτος. Μ μο μιλς γι ψεύτικη ετυχία κα λάμψη χρυσαφιο. Ατ περνον. κενα μένουν.

γία δέρνεται νηλες
φο δν μπόρεσε τύραννος οτε μ κολακεες, οτε μ πειλς ν τν μεταπείσει κα βλέποντας τι κμεταλεύεται τν καλωσύνη του κα τν προσβάλει, τότε τς λέει:
-  Τώρα θ δοκιμάσεις τν ργή μου, πίστεψες πς μ νίκησες; Σ περιμένουν πολλ κα σκληρ μαρτύρια. Τ ξίφος, φωτιά, τ μαχαίρι, κρεμάλα, θάνατος.
- Καμι πειλ δν μ λυγίζει, ρχοντα Τίποτα δν μ χωρίζει π τν Χριστό μου, οτε τ βασανιστήρια οτε θάνατος.... Τν θάνατη ψυχή μου, ποις μπορε ν τν σκοτώσει;
Ντροπιασμένος λύβριος π τν γενναία στάση τς μικρς Χριστιανς κα μ θολωμένο, π κακία κι' πανθρωπιά, μυαλό, διέταξε μέσως ν' ρχίσει τ μαρτύριό της. Τν γύμνωσαν ο ραβδοχοι μπροστά του τν νέα κι' ρχισαν ν τν κτυπον βάναυσα μ ραβδιά. Τ τρυφερ κορμ τς Μάρτυρος ρχισε ν κοκκινίζει κα ν ματώνει. Τ γν αμα τς πηδοσε φθονο π τς πληγές της, ο σάρκες τς ρχισαν ν σχίζωνται κα ο πόνοι τς ταν τρομεροί. Μ σφιγμένα χείλη πομένει κα ποφέρει, π μέσα τς συνεχς προσεύχεται. Ζητ τν βοήθεια το Χριστο, γι ν' ντέξει ς τ τέλος.
Μετ τ πάνθρωπο ξύλο παρχος λύβριος διέταξε ν βάλουν τν γία Μαρίνα στ πι σκοτειν κα νήλιαγο πόγειο τς φυλακς. θελε ν συνέλθει γι λίγο Μάρτυς, στε ν μπορέσει ν' ρχίσει πάλι τ τρομερό της μαρτύριο.

Κα πάλι στ φυλακ γία
Εκλεισαν πάλι στ φυλακ τν γία. κε μέσα μως γία συνεχς προσεύχεται. προσευχ σ' ατς τς δύσκολες ρες τς εναι βάλσαμο, παρηγορι κα δύναμη.
Δν τν φήνουν μως γι πολ στ σκοτειν κελ της. στερα π λίγες μέρες τν βγάζουν π τν φυλακη κα τν δηγον στ κτήριο, στ ψευτοδικαστήριο. κε τν ρωτον, ν λλαξε μυαλό. γία μσταθερ φων κα θαυμαστ γενναιότητα παντ, τι παραμένει πάντα λύγιστη κι' μετακίνητη στν πίστη το Χριστο. Τότε ο εδωλολάτρες πλημμύρισαν π κακία, τότε παρχος λύβριος, γνώριστος π τν ργ το φώναξε:
- Κρεμάστε τν! Σχίστε τ κορμί της μ σιδερένια νύχια. Δν ντέχω λλο...
Μ τ σκουριασμένα κα φαρμακερ νύχια, σχίζανε τ κορμί της κα ο σάρκες μ τ αμα γίνονταν μία μάζα τρομερή. λας μ λύπη κοίταζε ατ τ πάνθρωπο μαρτύριο, π μικρος κα μεγάλους τρεχαν δάκρυα. Συμπαθοσαν τν γία, θαυμάζανε τ κακο δεκαεξάχρονο κοριτσάκι, πο θυσιαζότανε, γι τν πίστη το Χριστο. λλ κα διος πρωταγωνιστς τν βασανιστηρίων τς γίας, λύβριος, δν μποροσε ν κοιτάζει τ κορμ τς νέας, πο σπάραζε μίλητη στ τρομερ μαρτύριο. Δν εχε πι μορφι τ κορμ τς γίας, ταν να βασανισμένο σκέλεθρο, να σμα, πο τ σάρωσε σίφουνας τς κακίας τν εδωλολατρν...

διος δαίμωνας πολεμ τν γία
Σν ν μν τς φθαναν τ μαρτύρια κε μέσα, εχε ν παλαίψει κα μ τ σαταν. Βλέποντας μιαρς σατανς, τι γία Μαρίνα προχωροσε φοβα στ μαρτύριό της κα στν νίκη τς πίστεως, νέλαβε κι ατς ν βοηθήσει τος βασανιστς συνεργούς του.
Πγε λοιπόν, σατανς μεσάνυχτα στ λοσκότεινο κελ τν ρα, πο γία προσευχότανε, κα παρουσιάσθηκε μπροστά της σν δράκοντας πειλητικός. Τ μάτια του στ σκοτάδι βγαζαν φωτι κι' γλώσσα το ταν κόκκινη σν ναμμένο κάρβουνο, σφύριζε, βγαζε παράξενους χους. Βροντοσε κα κτυποσε γύρω τν ορά του, προκαλοσε ταραχή, σύγχυση κα τρόμο.
νεαρ Μάρτυς δν δειλίασε, δν σταμάτησε ν προσεύχεται. ψωσε τ μάτια στν οραν κα συνέχισε τν θερμ προσευχή της, δν το δωσε σημασία σατανς τότε νευριάζει κα ταράζεται, δν μπορε ν χωνέψει, πς να κορίτσι δν λογαριάζει τν ... δύναμή του. Προχωρε, λοιπν κατ 'πάνω της κα τν καταπίνει δράκοντας, μέχρι τ μέση. Μάρτυς Μαρίνα νοιώθει κείνη τν στιγμ πς μπαίνει στ στόμα νς θηρίου. Δν λυγίζει μως κα δν σταματ τν προσευχή της, φυσικς φόβος τν κυριεύει γι λίγο, λλ δύναμη τς προσευχς τν προλαβαίνει, σηκώνει τ δεξί της χέρι κα κάνει τν Σταυρό της, ν κα νοιώθει πς τ μισό της σμα βρίσκεται στ στόμα το θηρίου.
Τότε σατανς δν ντέχει, τ σημεο το Σταυρο κα τ νομα το Χριστο, πο λέει στν προσευχή της γία, τν τρομάζουν.
Σταυρς σχίζει σν στραφτερ μαχαίρι τν κοιλι το σαταν.
δράκοντας σκάει μ κρότο κα ξαφανίζεται... Ετυχισμένη γι τ θαμα τς προσευχς της γία ψέλνει κα δοξολογε τ Χριστό.
Λέει πολλς προσευχς κι' εχαριστίες κι' στερα ναπαύεται γι λίγο, γιατί σατανς κα πάλι πιστρέφει παίρνοντας τν μορφ νς νθρώπου μαύρου Αθίωπα, φοβερς στν ψη.
στερα γινε σκυλί.

Μ τν δύναμη το Χριστο γία πιάνει τν σαταν
Με τν δύναμη το ησο Χριστο γία Μαρίνα πιάνει τν δαίμονα π τς τρίχες κα τν κτυπ μ' να σφυρί, πο βρέθηκε κε κοντά της. Τν κτυπ στ κεφάλι κα στν ράχη, τν ταπεινώνει κα θριαμβεύει πίστη της.
Σατανς γίνεται κα πάλι βασανιστής. ρμάει φοβερς τν πιάνει π τ χέρια κα τν πειλε... Θες μως δν τν φήνει ν προχωρήσει περισσότερο, δοκιμασία τς γίας χει τελειώσει μ νικηφόρο θρίαμβο

Οράνια παρηγορι
πανηγυρισμς τν ορανν γι τν νίκη τς πανσεμνς κόρης Μαρίνας κδηλώθηκε μ' να Θεο φς, πο στραψε κα λαμψε σ' λο τ δεσμωτήριο.
Τ φς ατ πηγάζει π να πελώριο Σταυρό, πο ρχίζε π τν γ κα φτανε μέχρι τν ορανό. Πάνω π τν Σταυρ πετοσε μία λόλευκη περιστερά.
πτασία κείνη φανέρωνε τν Τριαδικ πόσταση το Θεο. Τ φς σήμαινε τν Πατέρα, Σταυρς τν Υἱὸν κα περιστερ τ γιο Πνεμα.
θεία πτασία διώχνει τ' γρια σκοτάδια το δεσμωτηρίου. Γλυκαίνει τν γρια κα γρ τμόσφαιρα τς φυλακς. περιστερ χαμηλώνει, πλησιάζει τν γία κα τς λέει:
-Χαρε Μαρίνα, Περιστερ το Θεο! Νίκησες κα ντροπίασες τν σαταν Χαρε σεμν κόρη, πο μίσησες τς πολαύσεις κα γάπησες τν Χριστό. Χαρε, διότι πλησιάζει ρα τς δόξης σου. Πλησιάζει στιγμ πο θ στεφανωθες μ τ στεφάνι τς νίκης.
Χαρε φρόνιμη παρθένε, διότι γι σένα νοίγει νυμφώνας το Νυμφίου Χριστο. Εσαι γνή, καθαρή, στράπτουσα, γρυπνοσα!....
Γεμάτη κπληξη κα θαυμασμ στέκεται τώρα γία, καταλαβαίνει, πς φων τν ορανν τν προετοιμάζει κα τν καλε...
Κάτι παράξενο μως βλέπει ν γίνεται κα στ σμα της. Ο πληγς τς τώρα, δν τν πονον. Βάζει τ χέρι ν τς ψηλαφίσει, λλ διαπιστώνει, τι οτε σημάδι π τραμα δν πάρχει στ σμα της. χει θεραπευθε τελείως!
γαλλίαση κα εφροσύνη πλημμυρίζουν λο τ εναι τς γεμίζει π ετυχία κα χαρά. Κα πάνω στ χαρ τς δοξολογε τν Θεό. Τν εχαριστε, γι τν νίκη τς κατ το διαβόλου.
-Σ' εχαριστ, Κύριε, λέει, πο βύθισες τ φαντάσματα το σαταν στς βύσσους. Ζητ κόμα χάρη, Κύριε, π τν γαθότητά Σου: ξίωσε μ ν' ναγεννηθ μ τ λουτρ το γίου Βαπτίσματος κα ν γίνω τσι ξια ν δ τν Παράδεισο.

γία σύρεται κα πάλι στ κριτήριο
ταν ξημέρωσε, παρχος διέταξε ν βγάλουν π τν φυλακ τν γία κα ν τν φέρουν μπροστά του.
παρχος λύβριος τν βλέπει γεμάτη χαρ κα γεία κα πορε, κα τς λέει:
- Βλέπεις, Μαρίνα, πόσο καλ φέρονται ο θεο μαζί σου; λυπήθηκαν τν μορφιά σου κα σ καναν, πως πρίν, λαμπερ κα ραία. Δεξε λοιπόν, κα σ τν εγνωμοσύνη σου. φιερώσου στος θεούς, γίνε κα σ έρεια, πως εναι κα πατέρας σου...
-μένα, ρχοντα, ποκρίθηκε, δν μ γιάτρεψαν ο νεκρο θεοί σου,  λλ ληθινς Θεός,  Θες τν Χριστιανν. κενος εναι τ Φς, Ζω κα θανασία!

γία Μαρίνα ξιώνεται το Θείου Βαπτίσματος παρ τς γίας Τριάδος
Θηρίο γίνεται ρχοντας στερα π τ λόγια της Μάρτυρος. Χωρς ν' λλάξει κουβέντα, διατάζει μέσως ν κρεμάσουν τν Μαρίνα γυμν κα ν' ρχίσουν ν κανε τ κορμί της κα τ στθος της μ ναμμένες λαμπάδες. πόνος εναι μεγάλος, τρομερς κι' βάσταχτος. Πάνω σ' ατ τ πάνθρωπο βασανιστήριο δν φωνάζει, δν κλαίει γοερά. πομένει καρτερικ κα προσεύχεται.
στερα διέταξε ρχοντας ν φέρουν τν γία κοντά του στ μεγάλο καζάνι, πο τ νερ βραζε κα επε στος δήμιούς του ν τν πετάξουν μέσα ζωντανή! κενοι τν ρπάξανε κα τν βουτήξανε μ τ κεφάλι κάτω μέσα στ καζάνι. Τν ρα κείνη μως προσευχήθηκε γία μ βροντερ φων κα λέει:
- Κύριε τν Ορανν, ρίξε τ βλέμμα σου στν δούλη Σου... Λύσε μ π τ δεσμ ατ κα κνε τ θαμα Σου. Κνε τ νερ ατ πο κοχλάζει, ν γίνει νερ βαπτίσεώς μου. τσι θ νακαινισθ κα θ φορέσω τ καινούργιο νδυμα τ θάνατο...
Δν περν πολ ρα κα γ συγκλονίζεται, λα σείονται συθέμελα Κάτι φαίνεται ξαφνικ σν λάμψη κα σν στραπή, βλέπουν πάνω σ' ατ να κατάλευκο περιστέρι, πο κρατοσε στεφάνι... Εδαν να πύρινο στύλο π φς κα πάνω π' ατν να πιβλητικ Σταυρό.
Μ κομμένη νάσα, εδαν πειτα τν γία ν σηκώνεται π τ καζάνι φωτισμένη π να φς Οράνιο κα ν προσεύχεται, τ ζεματιστ νερ εχε γίνει νερ βαπτίσεως, όπως τ εχε ζητήσει.

κλήση τς γίας στν Παράδεισο κα τ πλθος πο πίστεψε
λοι βλέπουν καθαρ τν περιστερ ν χαμηλώνει κα ν πλησιάζει τν Μαρίνα κα ν βάζει τ στεφάνι, πο κρατε στ ράμφος της στ κεφάλι τς Μάρτυρος κα ν τς λέει μ γλυκεία νθρώπινη φωνή:
Ερήνη σ σένα, δούλη το Θεο. χε θάρρος κα πάρε ατ τ στεφάνι, πο στ χαρίζει Οράνιος Πατέρας! λα κοντ μς Μαρίνα, λα στν οραν γι ν' πολαύσεις τ φθαρτο στεφάνι το Μαρτυρίου κα τς νίκης. λα ν' ναπαυθες κοντ στ θεία κα Οράνια σκηνώματα...
Μ τ τελευταία ατ λόγια, πο κούγονται π τν θεία φωνή, τ πλθος δν κρατιέται. Πυρετς πίστεως τ συγκλονίζει κα φωνάζει συνεπαρμένο:
- Θαμα μέγα! Θαμα φανερό! Εναι γία! Χριστς εναι ληθινς Θεός!
Ο στρατιτες περνον ντολ ν κτυπον λύπητα κείνους, πο μιλον μ θαυμασμό, γι τν Μάρτυρα. λοι μ τν Χριστό! λοι μ τν Ναζωραο! Μαζί Του, κι ς πεθάνουμε! Γέροι, νέοι, κοπέλες, νδρες, γυνακες, φωνάζουν δυνατά. σύγχυση εναι μεγάλη, λα ταράζονται κα κλονίζονται π τ θαύματα
παρχος βλέπει τν λα ν βρίζει πλέον τ εδωλα κα τ χάνει. Διατάζει ν κηρυχθε νόμος τς βίας κα το αματος... Χιλιάδες πρώην εδωλολάτρες εναι τώρα Χριστιανοί, πιστεύουν στν Χριστό! παρχος διατάζει ν γίνουν σφαγς γριες. Τ αμα τν μαρτύρων πλημμυρίζει τος δρόμους κα τς πλατεες. Ο πιστοί του Ναζωραίου πληθύνονται, πολλαπλασιάζονται...
Τ γκλημα το πάρχου κενες τς μέρες παίρνει μορφ τραγωδίας. ντίχριστος γεμόνας, χόρταγος π αμα θώων Χριστιανν, κάνει τν παρχία το σωστ νεκροταφεο. Χιλιάδες κορμι ρώων της πίστεως εναι σωριασμένα στος δρόμους. Χιλιάδες εδωλολάτρες βαπτίζονται Χριστιανο στ διο τους τ αμα. Τ αμα τς Θυσίας κα τς μολογίας τς πίστεως...
Λέγεται, πς κείνη τν περίοδο, αμοχαρς κα θυριόψυχος ρχοντας ξώντωσε 15.000 νδρες, πο μολο-γήσανε γι Θε τν Χριστό. Σ' ατος δν πολογίζονται ο γυνακες κα τ παιδιά...

ποκεφάλιση τς γίας
θηριόψυχος παρχος λύβριος, ξέρει καλά, τι ατ μικρ Χριστιανή, Μαρίνα, μ τν πίστη της κα τ θαύματα, πο γιναν ξ'ατίας της, εναι ατία το ξεσηκομο το λαο κα το παραληρήματος τς πίστεως. Θέλει λοιπν τ συντομώτερο ν τν βγάλει π τν μέση. σο κείνη ζε, πίστη φουντώνει, ο Χριστιανο τονώνονται, δυναμώνουν κα πολλαπλασιάζωνται. Διατάζει, λοιπόν, ν τν θανατώσουν. Ο δήμιοι ργ - ργ κα μ βαρεία καρδι τν δηγον στν τόπο τς κτελέσεως.
Μαθαίνει λαός, τι δηγον τν νεαρ Χριστιαν στν τόπο τς καταδίκης κα τν κολουθε. Τς παραστέκεται μ στοργ κα γάπη στν δύσκολη ρα, στν τελευταία της στιγμή. γία Μαρίνα ταν φτασε στν τόπο τς καταδίκης παρακάλεσε τν δήμιο πρν τν ποκεφαλίσουν ν τς δώσει λίγη διορία χρόνου γι ν προσευχηθε κα ν μιλήσει στ πλθος. Κα γία Μαρίνα βρίσκει κουράγιο κα παίρνει δύναμη π τν πίστη της κα διδάσκει τν λαό. Τος λέει ν κρατήσουν τν πίστη το Χριστο κα ς πάθουν τιδήποτε σ τούτη τ ζωή.

Τελευταία προσευχ τς γίας
Επειτα προσεύχεται, λλ μ δάκρυα στ μάτια, κλαίει γι κείνους, πο πεθαίνουν χωρς ν γνωρίσουν τν Χριστ κα τν νόμο τς γάπης Του.
γία σήκωσε τ χέρια ψηλ πρς τν οραν κα επε:
«Ἄναρχε, Ἀθάνατε, ἄχρονε, ἀκηστε, ἀκατάληπτε καὶ ἀνεξιχνίαστε Κύριε, Θεὲ τῶν ὅλων καὶ δημιουργὲ πάσης κτίσεως, προνοητὰ καὶ σῶτερ ὅλων οποῦ ἐ/ς Σὲ ἔλπιζουσι, εὐχαριστῶ σοί, δποὺ μὲ ἔφερες εἰς τὴν ὥραν ταύτην καὶ ἠγγισα εἰς τὸν στέφανον τῆς δικαιοσύνης σου. Ὑμνῶ καὶ εὐλογῶ τὴν ἀναρίθμητον εὐσπλαχνίαν καὶ φιλανθρωπίαν σου ὁπού ἠθέλησες νὰ μὲ σύνταξης μὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς δούλους σου. Ἐπιβλεψον καὶ τώρα ἒπ' ἔμε τὴν ταπεινήν, Δέσποτα Θεέ, Κύριέ του ἐλέους, παντοκράτωρ καὶ παντοδύναμε, ἔπακουσόν της προσευχῆς μου καὶ πλήρωσάν μου τὰ αἰτήματα εἰς ἔπαινον καὶ τιμὴν καὶ δόξαν τοῦ ὑπεραγίου καὶ προσκυνητοΰ Σοὺ ὀνόματος, χάρισαι τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ὅλων ἐκείνων, δποῦ θέλουν οἰκοδομήσει ἐκκλησίαν εἷς τὸ ὄνομα τῆς δούλης σου, νὰ λειτουργῶσιν εἰς αὐτὴν προσευχόμενοι, ἡ γράφουσι, τὸ μαρτύριον τῆς ἀθλήσεώς μου καὶ τὸ αναγινωσκουσι μετὰ Πίστεως, μνημονεύοντες τὸ ὄνομα τῆς δούλης σου καὶ καρποφορουσι τὸ κατὰ δύναμιν ὅλων αὐτῶν, λέγω, ὅσοι θεραπεύουσιν τὸ οἴκητηριόν του σώματός μου, οποῦ ἔμαρτυρησεν δὶ ἄγαπήν σου, συνχώρησὸν τὰς ἁμαρτίας κατὰ τὸ μέτρον τῆς πίστεως αὐτῶν καὶ μὴ ἔγγιση χεὶρ κολαστήριος, οὔτε πείνα, οὐδὲ θανατικῶν, ἢ ἄλλη βλάβη ψυχῆς ἡ σώματος.
Ὅσοι δὲ θέλουν μὲ ἑορτάσει δοξολογοΰντες μετὰ Πίστεως καὶ σοὺ ζητήσουν σωτηρίαν καὶ ἔλεος διὰ μέσον μου, χάρισαί τους εἰς τοῦτον τὸν κόσμον τὰ ἀγαθά σου, νὰ πορεύωνται πρὸς αὐτάρκειαν ἄξιωσον δὲ αὐτοὺς καὶ τῆς ἐπουρανίου Βασιλείας σου. Ὅτι σὺ εἰ μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος καὶ τῶν ἀγαθῶν δοτὴρ εἷς τους αἰώνας. Ἀμήν».
Τν ρα τς τελευταίας της κείνης προσευχς γινε κα πάλι σεισμός! λοι δοξάσανε τν Θεό. Τότε κα δήμιος τ χασε. Το πεσε τ ξίφος π τ χέρι του. Τότε Κύριος βρέθηκε δίπλα της νοητ μ πολλος γγέλους κα λέει στν γία Μαρίνα:
«χε θάρρος Μαρίνα υρες Χάριν κα παρρησίαν νώπιόν μου. ρθα ν παραλάβω τν ψυχήν σου ες τ οράνια σκηνώματα. προσευχή σου εσηκουσθη. Τ ατημά σου θ γίνη. σοι μετ Πίστεως σ παρακαλον κα σ βάζουν μεσίτρια θ κπληρώνω τ ατήματά τους. λα ν πόλαυσης τν ν ορανοϊς βασιλείαν μου πο τόσον παθες δι τ δνομά μου».
Τότε γία γέμισε χαρ κα γαλλίαση κα επε στ δήμιο ν κάνει τι τν πρόσταξαν, λλ ατς δν πάκουσε. πειτα μ τν νθάρρυνση τς γίας, πίασε τ ξίφος κα κοψε τ κεφάλι στς 17 ουλίου. Τς γνς Χριστιανς, τς τρυφερς παρθένας, τς ρωίδος το Χριστο ...
λόλευκη ψυχ τς νέβηκε χαρούμενη στος Ορανούς. κε ζε παντοτειν στν αώνια χαρ κα τν τελείωτη ετυχία. πρόσκαιρη ζω τς εχε τελειώσει. Εχε τελειώσει ρωϊκ κα γενναία. Τ γιο κα ερ Λείψανο τς πραν κρυφ ο Χριστιανο κα τ θαψαν μ σεβασμ κα ελάβεια.

πηγη:
ΒΙΟΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ
ΣΟΦΙΚΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου